Στις 23 Σεπτεμβρίου 2026 ξεκίνησε και επίσημα το αστρονομικό φθινόπωρο στο βόρειο ημισφαίριο, στις 03:05 ώρα Μόσχας, όμως η ημέρα δεν διαρκεί στην πραγματικότητα ακριβώς 12 ώρες - Τι εξηγεί το φαινόμενο και πώς επηρεάζουν το γεωγραφικό πλάτος και η ατμοσφαιρική διάθλαση
Η 23η Σεπτεμβρίου σηματοδοτεί την έναρξη του αστρονομικού φθινοπώρου στο βόρειο ημισφαίριο, όμως η περίφημη «ισορροπία» ανάμεσα στη μέρα και τη νύχτα κρύβει μια σημαντική λεπτομέρεια: το φως και το σκοτάδι δεν διαρκούν στην πραγματικότητα ακριβώς 12 ώρες. Η ισημερία αποτελεί ένα από τα πιο χαρακτηριστικά σημεία του ετήσιου κύκλου της Γης, αλλά η εικόνα που έχουμε για αυτήν δεν ανταποκρίνεται απόλυτα στην πραγματικότητα, σύμφωνα με δημοσίευμα του ρωσικού ειδησεογραφικού ιστότοπου Agrotime.
Το 2026, η αστρονομική έναρξη του φθινοπώρου σημειώθηκε στις 23 Σεπτεμβρίου, στις 03:05 ώρα Μόσχας, όταν η Γη πέρασε από το συγκεκριμένο σημείο της τροχιάς της γύρω από τον Ήλιο. Την ίδια ακριβώς στιγμή, στο νότιο ημισφαίριο ξεκίνησε η αστρονομική άνοιξη.
Γιατί η ισημερία δεν πέφτει πάντα την ίδια ημέρα
Η ημερομηνία της φθινοπωρινής ισημερίας δεν είναι σταθερή επειδή το έτος της Γης δεν διαρκεί ακριβώς 365 ημέρες. Η πλήρης περιφορά του πλανήτη γύρω από τον Ήλιο απαιτεί περίπου έξι ώρες επιπλέον, με αποτέλεσμα να δημιουργείται σταδιακά μια απόκλιση ανάμεσα στο ημερολόγιο και στον πραγματικό αστρονομικό κύκλο.
Η διαφορά αυτή συσσωρεύεται και διορθώνεται με τα δίσεκτα έτη, όταν προστίθεται η 29η Φεβρουαρίου. Η ημερολογιακή αυτή προσαρμογή επηρεάζει με τη σειρά της την ακριβή ώρα κατά την οποία συμβαίνουν οι ισημερίες και τα ηλιοστάσια, γι’ αυτό και το φαινόμενο μπορεί να εμφανίζεται σε διαφορετική ημερομηνία από χρονιά σε χρονιά.
Ωστόσο, υπάρχει και ένα ακόμη στοιχείο που κάνει την εικόνα πιο περίπλοκη. Η «ισημερία» δεν σημαίνει ότι σε κάθε σημείο της Γης η ημέρα και η νύχτα έχουν ακριβώς την ίδια διάρκεια.
Η μέρα δεν είναι ακριβώς 12 ώρες - Ο ρόλος του ορίζοντα και της ατμόσφαιρας
Η διάρκεια του φωτός εξαρτάται από τη γεωγραφική θέση του παρατηρητή και ιδιαίτερα από το γεωγραφικό πλάτος. Ακόμη και κατά την ισημερία, επομένως, η χρονική διάρκεια της ημέρας μπορεί να διαφέρει αισθητά από τις 12 ώρες.
Καθοριστικό ρόλο παίζει επίσης ο τρόπος με τον οποίο ορίζουμε την ανατολή και τη δύση του Ήλιου. Ως ανατολή θεωρείται συνήθως η στιγμή κατά την οποία εμφανίζεται πάνω από τον ορίζοντα το ανώτερο άκρο του ηλιακού δίσκου και όχι το κέντρο του. Το ίδιο ισχύει και κατά τη δύση.
Παράλληλα, η ατμόσφαιρα της Γης διαθλά το ηλιακό φως. Έτσι, ο Ήλιος μπορεί να φαίνεται πάνω από τον ορίζοντα για λίγο περισσότερο χρόνο από όσο θα επέτρεπε η καθαρά γεωμετρική θέση του. Το αποτέλεσμα είναι να μετατοπίζεται η ημέρα κατά την οποία το φως και το σκοτάδι έχουν πραγματικά την πιο κοντινή διάρκεια.
Για αυτόν τον λόγο, σε έναν συγκεκριμένο τόπο η λεγόμενη «εξίσωση» ημέρας και νύχτας μπορεί να σημειωθεί λίγο πριν ή λίγο μετά την επίσημη ημερομηνία της ισημερίας.
Η περίοδος γύρω από την ισημερία παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον και για τους παρατηρητές του ουρανού. Η αυξημένη γεωμαγνητική δραστηριότητα μπορεί να ευνοήσει την εμφάνιση πολικών σέλαων, τα οποία σε περιπτώσεις ισχυρών ηλιακών καταιγίδων είναι δυνατό να γίνουν ορατά πολύ νοτιότερα από τις περιοχές όπου συνήθως παρατηρούνται.
Την ίδια εποχή, σε περιοχές με ελάχιστη φωτορύπανση, μπορεί να γίνει ορατό και το λεγόμενο ζωδιακό φως. Πρόκειται για ένα εξαιρετικά αμυδρό φαινόμενο που προκαλείται από την ανάκλαση και τη σκέδαση του ηλιακού φωτός πάνω σε σωματίδια διαπλανητικής σκόνης.
www.worldenergynews.gr






