AD
Άμυνα & Γεωπολιτική

Νορβηγία: Ανοίγει ο δρόμος για επενδύσεις του κρατικού fund σε αμυντικές τεχνολογίες - Πως επηρεάζονται BAE, Boeing, Lockheed

Νορβηγία: Ανοίγει ο δρόμος για επενδύσεις του κρατικού fund σε αμυντικές τεχνολογίες - Πως επηρεάζονται BAE, Boeing, Lockheed
Οι ισχύοντες δεοντολογικοί κανόνες αποκλείουν επενδύσεις σε εταιρείες που συμμετέχουν στην παραγωγή πυρηνικών όπλων. Μεταξύ των επιχειρήσεων που επηρεάζονται είναι οι Airbus, BAE Systems, Boeing, BWX Technologies και Lockheed Martin - Παράλληλα, το ταμείο διατηρεί συμμετοχές σε άλλες αμυντικές εταιρείες, όπως η γερμανική Rheinmetall, στην οποία κατέχει ποσοστό 2,3%, και η ιταλική Leonardo, με συμμετοχή 1,5%

Το ενδεχόμενο άρσης σημαντικών περιορισμών στις επενδύσεις του μεγαλύτερου κρατικού επενδυτικού ταμείου παγκοσμίως σε εταιρείες της αμυντικής βιομηχανίας εξετάζει η Νορβηγία, έπειτα από χρόνια αποκλεισμού επιχειρήσεων του κλάδου λόγω των δεοντολογικών κανόνων που διέπουν τη διαχείριση του χαρτοφυλακίου της.

Το νορβηγικό κρατικό επενδυτικό ταμείο, γνωστό ως Government Pension Fund Global, έχει αξία περίπου 21,8 τρισ. νορβηγικών κορωνών, ή 2,3 τρισ. δολαρίων, και διαθέτει μερίδια σε περίπου 1,5% των εισηγμένων εταιρειών παγκοσμίως. Η πιθανή αλλαγή του πλαισίου λειτουργίας του θα μπορούσε να επιτρέψει την επανένταξη αμερικανικών και ευρωπαϊκών αμυντικών επιχειρήσεων στο επενδυτικό του σύμπαν.

Η διαδικασία επανεξέτασης ξεκίνησε τον Νοέμβριο του 2025, μετά τις αντιδράσεις που προκάλεσαν οι αποφάσεις αποεπένδυσης από ορισμένες ισραηλινές και αμερικανικές εταιρείες. Την Πέμπτη, η ανεξάρτητη Επιτροπή Gjedrem παρέδωσε τα πορίσματά της στο νορβηγικό υπουργείο Οικονομικών, εισηγούμενη σημαντικές αλλαγές στην αντιμετώπιση των επενδύσεων στον αμυντικό τομέα.

«Η Norges Bank πρέπει να είναι προετοιμασμένη για περιπτώσεις κατά τις οποίες οι συγκρούσεις κλιμακώνονται σε πόλεμο», αναφέρεται στην έκθεση, η οποία συνδέει τις προτάσεις με την επιδείνωση του γεωπολιτικού περιβάλλοντος και τις αυξημένες απαιτήσεις για την ασφάλεια της χώρας.

Ποιες εταιρείες θα μπορούσαν να επιστρέψουν στο χαρτοφυλάκιο

Οι ισχύοντες δεοντολογικοί κανόνες αποκλείουν επενδύσεις σε εταιρείες που συμμετέχουν στην παραγωγή πυρηνικών όπλων. Μεταξύ των επιχειρήσεων που επηρεάζονται είναι οι Airbus, BAE Systems, Boeing, BWX Technologies και Lockheed Martin. Παράλληλα, το ταμείο διατηρεί συμμετοχές σε άλλες αμυντικές εταιρείες, όπως η γερμανική Rheinmetall, στην οποία κατέχει ποσοστό 2,3%, και η ιταλική Leonardo, με συμμετοχή 1,5%.

Η Επιτροπή Gjedrem εισηγείται να διατηρηθεί το κριτήριο που αφορά τα πυρηνικά όπλα, αλλά να περιοριστεί το πεδίο εφαρμογής του. Ειδικότερα, προτείνει να επιτρέπονται επενδύσεις σε εταιρείες που παράγουν πυρηνικά όπλα, εφόσον εδρεύουν σε χώρα που διαθέτει τέτοια οπλικά συστήματα σύμφωνα με τη Συνθήκη για τη Μη Διάδοση των Πυρηνικών Όπλων (NPT) και είναι σύμμαχος της Νορβηγίας.

Μια τέτοια αλλαγή θα μπορούσε να επιτρέψει την επιστροφή στο χαρτοφυλάκιο αρκετών ευρωπαϊκών και αμερικανικών επιχειρήσεων που κατασκευάζουν εξαρτήματα για πυρηνικά όπλα.

Η Επιτροπή προτείνει, επίσης, να λαμβάνονται υπόψη οι ανάγκες της νορβηγικής άμυνας κατά την αξιολόγηση πιθανών επενδύσεων. Παράλληλα, εισηγείται την κατάργηση της υποχρέωσης αξιολόγησης των κατασκευαστών όπλων με βάση το κατά πόσο τα προϊόντα τους χρησιμοποιούνται από κράτη σύμφωνα με το διεθνές ανθρωπιστικό δίκαιο.

Σύμφωνα με την έκθεση, η αυξανόμενη γεωπολιτική αστάθεια, οι πόλεμοι στη Μέση Ανατολή και την Ουκρανία και οι ανησυχίες για την ενεργειακή ασφάλεια καθιστούν αναγκαία την αναθεώρηση του δεοντολογικού πλαισίου. Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι το μέγεθος και η διεθνής επιρροή του ταμείου τού προσφέρουν πλέον μεγαλύτερη πρόσβαση στις διοικήσεις και στα διοικητικά συμβούλια των εταιρειών σε σχέση με το 2003.

Παράλληλα, επισημαίνει ότι η διεθνής οικονομική συνεργασία γίνεται ολοένα πιο συναλλακτική και ότι οι οικονομικές πολιτικές χρησιμοποιούνται συχνότερα ως εργαλεία εξωτερικής πολιτικής. Σε αυτό το περιβάλλον, προειδοποιεί, οι αποκλεισμοί εταιρειών για δεοντολογικούς λόγους ενδέχεται να εκλαμβάνονται ευκολότερα από άλλες κυβερνήσεις ως πολιτική επιλογή της νορβηγικής κυβέρνησης.

Οι αντιδράσεις από τις ΗΠΑ και οι κίνδυνοι αντιποίνων

Οι αποφάσεις του ταμείου έχουν προκαλέσει αντιδράσεις στην Ουάσιγκτον. Τον Σεπτέμβριο του 2025, το αμερικανικό υπουργείο Εξωτερικών δήλωσε στο CNBC ότι ήταν «ιδιαίτερα προβληματισμένο» από την απόφαση της Norges Bank Investment Management (NBIM) να αποεπενδύσει από την αμερικανική κατασκευάστρια μηχανημάτων Caterpillar και από πέντε ισραηλινές τράπεζες, κάνοντας λόγο για «αθέμιτους ισχυρισμούς».

Η NBIM είχε επικαλεστεί «μη αποδεκτό κίνδυνο» συμμετοχής των εταιρειών σε παραβιάσεις δικαιωμάτων στα παλαιστινιακά εδάφη. Ο υπουργός Οικονομικών της Νορβηγίας, Γενς Στόλτενμπεργκ, πρώην γενικός γραμματέας του ΝΑΤΟ, είχε υποστηρίξει τότε ότι οι αποεπενδύσεις δεν αποτελούσαν πολιτική απόφαση.

Η Επιτροπή Gjedrem προειδοποιεί ότι οι αντιδράσεις ενδέχεται να ενταθούν, καθώς οι δημόσιοι προϋπολογισμοί πολλών χωρών βρίσκονται υπό αυξανόμενη πίεση. Όπως σημειώνει, το υψηλό δημόσιο χρέος μπορεί να οδηγήσει κυβερνήσεις στην αναζήτηση εσόδων από τόκους και μερίσματα ξένων επενδυτών, αυξάνοντας τον κίνδυνο αντιποίνων που θα μπορούσαν να πλήξουν το ταμείο και άλλα νορβηγικά συμφέροντα.

Η Επιτροπή εισηγείται τη διατήρηση του ανεξάρτητου Συμβουλίου Δεοντολογίας, αλλά προτείνει να μην έχει πλέον την αρμοδιότητα να συμβουλεύει την NBIM για τη λήψη μέτρων εις βάρος εταιρειών. Ο ρόλος του θα περιοριστεί στην εκπόνηση αναλύσεων σχετικά με πιθανές παραβιάσεις των δεοντολογικών κανόνων.

Το νορβηγικό ταμείο ιδρύθηκε τη δεκαετία του 1990, με σκοπό να επενδύει τα έσοδα της χώρας από την παραγωγή πετρελαίου και φυσικού αερίου. Την ευθύνη για τις επενδυτικές αποφάσεις έχει η NBIM, ενώ οι εισηγήσεις για τον αποκλεισμό εταιρειών υποβάλλονταν παραδοσιακά από το ανεξάρτητο Συμβούλιο Δεοντολογίας, το οποίο διορίζεται από το υπουργείο Οικονομικών.

Μέχρι τον Νοέμβριο του 2025, το Εκτελεστικό Συμβούλιο της Norges Bank αποφάσιζε για τον αποκλεισμό εταιρειών ή την ένταξή τους σε κατάλογο παρακολούθησης, βάσει των εισηγήσεων του Συμβουλίου Δεοντολογίας. Ωστόσο, εν αναμονή της ολοκλήρωσης της επανεξέτασης, τέθηκαν σε ισχύ προσωρινοί κανόνες που περιόρισαν αυτές τις αρμοδιότητες. Η Norges Bank μπορεί πλέον μόνο να ανακαλεί προηγούμενες αποφάσεις αποκλεισμού ή παρακολούθησης, ενώ το Συμβούλιο Δεοντολογίας δεν μπορεί να εισηγείται νέους αποκλεισμούς μέχρι να ολοκληρωθεί η διαδικασία.

Οι οργανώσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων εκφράζουν ανησυχίες

Οι προτάσεις της Επιτροπής έχουν προκαλέσει αντιδράσεις από οργανώσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων, οι οποίες προειδοποιούν ότι οι αλλαγές στο νορβηγικό πλαίσιο θα μπορούσαν να επηρεάσουν και τις πρακτικές άλλων διεθνών επενδυτών.

Ο γενικός γραμματέας της Διεθνούς Αμνηστίας στη Νορβηγία, Τζον Πέντερ Έγκενες, δήλωσε ότι οι εισηγήσεις ενδέχεται να αποδυναμώσουν τη λογοδοσία, την ακεραιότητα και τις εγγυήσεις προστασίας των ανθρωπίνων δικαιωμάτων.

«Όταν το μεγαλύτερο κρατικό επενδυτικό ταμείο στον κόσμο αλλάζει τα πρότυπά του, οι συνέπειες δεν σταματούν στα σύνορα της Νορβηγίας. Οι άλλοι επενδυτές παρακολουθούν, όπως και οι εταιρείες», ανέφερε.

Από την πλευρά της, η γενική γραμματέας του Νορβηγικού Ερυθρού Σταυρού, Γκρέτε Χέρλοφσον, χαρακτήρισε τις επενδύσεις σε κατασκευαστές πυρηνικών όπλων ασύμβατες με δεοντολογικές και ανθρωπιστικές αρχές. Προειδοποίησε ότι μια τέτοια αλλαγή θα μπορούσε να αποδυναμώσει το διεθνές στίγμα που συνοδεύει τα πυρηνικά όπλα και να ενισχύσει την αντίληψη ότι αποτελούν αποδεκτό μέσο οπλισμού, αυξάνοντας τον κίνδυνο χρήσης τους.

Το χρονοδιάγραμμα των αλλαγών

Οι συστάσεις της Επιτροπής δεν οδηγούν άμεσα σε προσθήκη ή αποκλεισμό εταιρειών από το επενδυτικό χαρτοφυλάκιο. Η νορβηγική κυβέρνηση θα θέσει τις προτάσεις σε δημόσια διαβούλευση, ενώ η κεντρική τράπεζα αναμένεται να υποβάλει την απάντησή της τον Ιανουάριο.

Το υπουργείο Οικονομικών σχεδιάζει να παρουσιάσει νέο δεοντολογικό πλαίσιο μέσω λευκής βίβλου την άνοιξη, ενώ η τελική ψηφοφορία στο νορβηγικό κοινοβούλιο αναμένεται στα μέσα του 2027. Μέχρι τότε, οι υφιστάμενοι κανόνες και το πλαίσιο αποκλεισμού εταιρειών θα παραμείνουν σε ισχύ.

Ο πρόεδρος του Συμβουλίου Δεοντολογίας, Σβέιν Ρίχαρντ Μπραντστζέγκ, δήλωσε ότι το όργανο θα μελετήσει προσεκτικά την έκθεση και θα υποβάλει τις θέσεις του στο πλαίσιο της δημόσιας διαβούλευσης.

www.worldenergynews.gr

Ρoή Ειδήσεων

Δείτε επίσης