AD
Mental Health

Δεκτική διγλωσσία: Γιατί καταλαβαίνεις μια γλώσσα αλλά δυσκολεύεσαι να τη μιλήσεις

Δεκτική διγλωσσία: Γιατί καταλαβαίνεις μια γλώσσα αλλά δυσκολεύεσαι να τη μιλήσεις
Στην ψυχολογία γνωρίζουμε ότι η ντροπή αποτελεί έναν από τους ισχυρότερους ανασταλτικούς παράγοντες της μάθησης - Ψυχολόγος & Συστημική Ψυχοθεραπεύτρια 6943527322 - Αν νιώθεις άγχος, πίεση ή ανάγκη για αλλαγή, δεν χρειάζεται να το περάσεις μόνος

«Μα αφού τα καταλαβαίνεις όλα, γιατί δεν τα μιλάς;»

Είναι μια ερώτηση που έχουν ακούσει εκατομμύρια άνθρωποι που μεγάλωσαν ανάμεσα σε δύο γλώσσες. Καταλαβαίνουν κάθε οικογενειακή συζήτηση, γελούν με τα αστεία των παππούδων τους και ακολουθούν εύκολα όσα λέγονται στο σπίτι. Όταν όμως έρθει η στιγμή να απαντήσουν, οι λέξεις κολλάνε. Και συχνά αυτό συνοδεύεται από ντροπή.

Ως ψυχολόγος, βλέπω ότι το μεγαλύτερο πρόβλημα δεν είναι η γλώσσα. Είναι η ιστορία που λένε οι άνθρωποι στον εαυτό τους: «Απέτυχα στη μητρική μου γλώσσα».

Στην πραγματικότητα, αυτό που βιώνουν έχει όνομα. Ονομάζεται δεκτική διγλωσσία (receptive bilingualism).

Η δεκτική διγλωσσία περιγράφει ανθρώπους που κατανοούν πολύ καλά μια γλώσσα, αλλά δυσκολεύονται να τη μιλήσουν με ευχέρεια. Η κατανόηση και η παραγωγή λόγου δεν είναι η ίδια δεξιότητα. Η πρώτη αναπτύσσεται μέσα από χρόνια έκθεσης στη γλώσσα. Η δεύτερη χρειάζεται εξάσκηση, ευκαιρίες και ίσως το σημαντικότερο ένα περιβάλλον όπου το λάθος είναι ασφαλές.

Η επιστημονική έρευνα δείχνει ότι η γλωσσική γνώση δεν χάνεται τόσο εύκολα όσο πιστεύουμε.

Σε μια μελέτη της γλωσσολόγου Marina Sherkina-Lieber, άτομα που καταλάβαιναν τη γλώσσα Labrador Inuttitut, αλλά δεν τη μιλούσαν για χρόνια, μπορούσαν να αναγνωρίσουν ακόμη και πολύ λεπτά γραμματικά λάθη. Παρότι δεν χρησιμοποιούσαν ενεργά τη γλώσσα, ο εγκέφαλός τους διατηρούσε πολύπλοκες γραμματικές δομές. Με άλλα λόγια, η γνώση υπήρχε απλώς δεν εκφραζόταν.

Παρόμοια ευρήματα προέκυψαν και από την έρευνα της Terry Kit-fong Au. Ενήλικες που είχαν απλώς ακούσει ισπανικά στο σπίτι ως παιδιά χωρίς να τα μιλούν απέκτησαν σημαντικά πιο φυσική προφορά όταν άρχισαν να μαθαίνουν τη γλώσσα αργότερα στη ζωή τους, σε σύγκριση με άτομα που δεν είχαν καμία παιδική έκθεση. Ακόμη και η παθητική ακρόαση φαίνεται ότι αφήνει ένα ισχυρό «αποτύπωμα» στον εγκέφαλο.

Αυτό εξηγείται και από τη νευροψυχολογία. Τα πρώτα χρόνια της ζωής ο εγκέφαλος είναι εξαιρετικά ευαίσθητος στους ήχους και στα φωνητικά μοτίβα της γλώσσας. Ακόμη κι αν αυτή η γλώσσα δεν χρησιμοποιηθεί ενεργά για πολλά χρόνια, οι νευρωνικές αναπαραστάσεις της δεν εξαφανίζονται. Παραμένουν διαθέσιμες και μπορούν να ενεργοποιηθούν ξανά με την κατάλληλη εξάσκηση.

Το πρόβλημα, όμως, συχνά δεν είναι γνωστικό αλλά συναισθηματικό.

Πολλά παιδιά μεγαλώνουν ακούγοντας συνεχείς διορθώσεις: «Δεν το λες σωστά», «Έχεις ξενική προφορά», «Ξέχασες τη γλώσσα σου». Αυτά τα σχόλια, ακόμη κι όταν γίνονται με καλή πρόθεση, αυξάνουν το άγχος και μειώνουν την επιθυμία για προσπάθεια.

Στην ψυχολογία γνωρίζουμε ότι η ντροπή αποτελεί έναν από τους ισχυρότερους ανασταλτικούς παράγοντες της μάθησης. Όταν κάθε προσπάθεια συνοδεύεται από φόβο κριτικής, ο εγκέφαλος επιλέγει τη σιωπή ως τρόπο προστασίας. Το παιδί συνεχίζει να κατανοεί τη γλώσσα, επειδή εξακολουθεί να την ακούει καθημερινά. Σταματά όμως να τη μιλά, επειδή η ομιλία έχει συνδεθεί με το ενδεχόμενο αποτυχίας.

Για τους γονείς, το μήνυμα της έρευνας είναι ιδιαίτερα σημαντικό. Η συνεχής έκθεση στη γλώσσα μέσα από ιστορίες, παιχνίδι και καθημερινές συζητήσεις είναι πολύ πιο αποτελεσματική από την πίεση για «τέλεια» ομιλία. Όταν το παιδί νιώθει ότι μπορεί να κάνει λάθη χωρίς να κριθεί, αυξάνονται σημαντικά οι πιθανότητες να χρησιμοποιήσει ενεργά τη γλώσσα.

Τελικά, η δεκτική διγλωσσία δεν αποτελεί ένδειξη αποτυχίας ούτε έλλειψης ικανότητας. Είναι αποτέλεσμα των συνθηκών μέσα στις οποίες μεγάλωσε ένας άνθρωπος. Και ίσως το πιο αισιόδοξο εύρημα της επιστήμης είναι ότι αυτή η γνώση δεν έχει χαθεί. Παραμένει εκεί, περιμένοντας ένα ασφαλές περιβάλλον για να μετατραπεί ξανά σε λόγο.

www.worldenergynews.gr

Ρoή Ειδήσεων

Δείτε επίσης