AD
Ενέργεια & Αγορές

ΗΠΑ: Oι 4 τρόποι με τους οποίους οι ενδιάμεσες εκλογές μπορούν να αναδιαμορφώσουν την ενεργειακή πολιτική (Atlantic Council)

ΗΠΑ: Oι 4 τρόποι με τους οποίους οι ενδιάμεσες εκλογές μπορούν να αναδιαμορφώσουν την ενεργειακή πολιτική (Atlantic Council)
Οι πολίτες ιεραρχούν ως κριτήριο ψήφου την εκτίναξη των τιμών ενέργειας και των καυσίμων - O Trump νιώθει την πίεση από μια εσωτερική πολιτική που σε μεγάλο βαθμό καθορίστηκε από την στρατηγική του στη Μέση Ανατολή και τον πόλεμο με το Ιράν

Όταν το 2024 οι αναλυτές του Atlantic Council προσέγγιζαν τις επιπτώσεις των αμερικανικών εκλογών, οι σημερινές κρίσεις ήταν δύσκολο να προβλεφθούν. Η εκτεταμένη ανάπτυξη κέντρων δεδομένων σε ολόκληρη την επικράτεια των ΗΠΑ δεν αποτελούσε βασικό θέμα στις προεκλογικές εκστρατείες, ενώ οι μέσες τιμές της βενζίνης στην χώρα βρίσκονταν λίγο πάνω από τα 3 δολάρια ανά γαλόνι, καθώς ο Τζο Μπάιντεν αποχωρούσε από την προεδρία και οι διεθνείς αγορές αργού πετρελαίου είχαν σε μεγάλο βαθμό σταθεροποιηθεί μετά τις αναταράξεις του 2022.

Οι ενδιάμεσες εκλογές του 2026 διεξάγονται σε ένα εντελώς διαφορετικό περιβάλλον. Η προσιτή ενέργεια έχει αναδειχθεί σε βασικό κριτήριο για τους ψηφοφόρους, ενώ τα κέντρα δεδομένων αντιμετωπίζουν αυξανόμενη κοινωνική δυσαρέσκεια. Η μέση τιμή της βενζίνης έχει εκτοξευθεί στα 4,40 δολάρια ανά γαλόνι και του ντίζελ έχει ξεπεράσει τα 6 δολάρια, καταγράφοντας ιστορικά υψηλά επίπεδα. Ορισμένες από τις αιτίες ανάγονται σε πολιτικές που εφαρμόζονται εδώ και δεκαετίες ή στην απουσία αναγκαίων μεταρρυθμίσεων, ενώ άλλες έχουν επιδεινωθεί από τις επιλογές της κυβέρνησης Τραμπ, ιδίως από τον πόλεμο με το Ιράν.

Το ερώτημα είναι πώς θα επηρεάσουν οι επικείμενες εκλογές την ενεργειακή πολιτική των ΗΠΑ και ποιος θα είναι ο ρόλος του Κογκρέσου, σε μια περίοδο κατά την οποία η εκτελεστική εξουσία συγκεντρώνει ολοένα μεγαλύτερες αρμοδιότητες. Θα επιχειρήσουν οι νομοθέτες να ανακτήσουν μέρος της επιρροής τους, παρεμβαίνοντας στους δασμούς, περιορίζοντας τις πιστώσεις για τη χρηματοδότηση του πολέμου, επιταχύνοντας την ανάπτυξη υποδομών ή θεσπίζοντας περιορισμούς στην κατασκευή κέντρων δεδομένων;

Υπάρχουν, βεβαίως, σημαντικοί τομείς της ενεργειακής πολιτικής που βρίσκονται σε μεγάλο βαθμό εκτός του ελέγχου του Κογκρέσου. Η δυνατότητά του να επηρεάσει την εξέλιξη της οκτάμηνης σύγκρουσης με το Ιράν παραμένει περιορισμένη, ενώ η κυβέρνηση Τραμπ εξακολουθεί να ελέγχει κρίσιμες ομοσπονδιακές υπηρεσίες και να καθορίζει την κατεύθυνση των ρυθμιστικών παρεμβάσεών τους. Παράλληλα, οι πολιτείες διατηρούν σημαντικές αρμοδιότητες, μεταξύ άλλων όσον αφορά το ενεργειακό μείγμα και την ανάπτυξη κέντρων δεδομένων. Τέλος, το ομοσπονδιακό χρέος θα αποτελεί βασικό περιορισμό για το επόμενο Κογκρέσο, περιορίζοντας τα περιθώρια για νέες δαπάνες.

Παρά τους περιορισμούς αυτούς, διαμορφώνονται τέσσερα βασικά πεδία στα οποία το επόμενο Κογκρέσο θα μπορούσε να αναλάβει πρωτοβουλίες, ιδιαίτερα εάν οι Δημοκρατικοί αποκτήσουν την πλειοψηφία στη μία ή και στις δύο νομοθετικές αίθουσες.

1. Επιτάχυνση της μεταρρύθμισης των αδειοδοτήσεων

Η συνολική μεταρρύθμιση του συστήματος αδειοδότησης ενεργειακών έργων αποτελεί διαχρονικό στόχο της ενεργειακής πολιτικής των ΗΠΑ, αλλά παραμένει εξαιρετικά δύσκολο να υλοποιηθεί. Οι περίπλοκες νομικές και ρυθμιστικές διαδικασίες έχουν αυξήσει επί δεκαετίες το κόστος και τους κινδύνους για τις ενεργειακές υποδομές. Η ανάγκη αλλαγών γίνεται πλέον επιτακτικότερη, καθώς η ζήτηση ενέργειας, και κυρίως ηλεκτρικής ενέργειας, αναμένεται να αυξηθεί με ταχύ ρυθμό.

Στη Γερουσία προωθείται ήδη ένα εκτεταμένο διακομματικό πακέτο μεταρρυθμίσεων. Ο νόμος Bipartisan American Affordability and Jobs Act περιλαμβάνει, μεταξύ άλλων, προθεσμία 150 ημερών για τις περισσότερες προσφυγές κατά ομοσπονδιακών αποφάσεων αδειοδότησης, αυστηρότερα χρονικά όρια για τις περιβαλλοντικές αξιολογήσεις, σαφέστερους κανόνες εφαρμογής του νόμου Clean Water Act και διευκρινίσεις σχετικά με τις αρμοδιότητες των πολιτειών.

Το σχέδιο προβλέπει επίσης ενισχυμένες ομοσπονδιακές εξουσίες για την επιτάχυνση της ανάπτυξης δικτύων μεταφοράς ηλεκτρικής ενέργειας μεταξύ πολιτειών, καθώς και νέες υποχρεώσεις ώστε τα κέντρα δεδομένων να καταβάλλουν δίκαιο μερίδιο του κόστους μεταφοράς και των υπόλοιπων υποδομών που απαιτούνται για τη λειτουργία τους.

Ωστόσο, η πολιτική εξίσωση παραμένει δύσκολη. Η εμπιστοσύνη μεταξύ των Δημοκρατικών στο Κογκρέσο και της κυβέρνησης Τραμπ έχει υποχωρήσει σημαντικά. Οι Δημοκρατικοί επιδιώκουν να διασφαλίσουν για τις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας αντίστοιχα οφέλη και μεγαλύτερη προβλεψιμότητα για την υλοποίηση έργων, σε σχέση με εκείνα που παρέχονται στις συμβατικές και ορυκτές πηγές ενέργειας. Από την πλευρά της, η κυβέρνηση έχει ανακαλέσει άδειες και έχει αναζητήσει τρόπους ανάκτησης χρηματοδότησης από διάφορα έργα καθαρής ενέργειας.

Εάν οι Δημοκρατικοί καταγράψουν ιδιαίτερα ισχυρή επίδοση στις εκλογές, ενδέχεται να επιχειρήσουν να επαναδιαπραγματευτούν ή να αναθεωρήσουν συνολικά το νομοθετικό πλαίσιο. Ακόμη και αν εξασφαλίσουν την πλειοψηφία στη Βουλή των Αντιπροσώπων ή στη Γερουσία, δεν θα μπορούν να εγκρίνουν τη μεταρρύθμιση με απλή πλειοψηφία μέσω της διαδικασίας δημοσιονομικής συμφιλίωσης ούτε να παρακάμψουν ένα προεδρικό βέτο. Θα χρειαστούν, συνεπώς, τη στήριξη Ρεπουμπλικανών, γεγονός που καθιστά την υφιστάμενη διακομματική πρόταση της Γερουσίας πιθανό σημείο αναφοράς.

Εφόσον υπάρξει πολιτική συμφωνία, η μεταρρύθμιση των αδειοδοτήσεων θα μπορούσε να αποτελέσει μία από τις σημαντικότερες νομοθετικές παρεμβάσεις για τη δημιουργία ενός ισχυρότερου, ευέλικτου, οικονομικότερου και ασφαλέστερου ηλεκτρικού δικτύου και ενός αποδοτικότερου ενεργειακού συστήματος.

2. Παρεμβάσεις για την προσιτή ενέργεια

Η προσιτή διαβίωση αποτέλεσε το κυρίαρχο ζήτημα στις εκλογικές αναμετρήσεις της προηγούμενης χρονιάς, συμβάλλοντας στην εκλογή Δημοκρατικών κυβερνητών, πολιτειακών νομοθετών και δημάρχων. Ο πόλεμος με το Ιράν έχει εντείνει ακόμη περισσότερο τις πιέσεις στα αμερικανικά νοικοκυριά.

Παρότι το Κογκρέσο έχει περιορισμένη δυνατότητα να επηρεάσει άμεσα τις τιμές στα πρατήρια καυσίμων, διαθέτει μεγαλύτερα περιθώρια παρέμβασης στις αγορές ηλεκτρικής ενέργειας. Το αμερικανικό δίκτυο στηρίζεται σε ένα διαφοροποιημένο ενεργειακό μείγμα, στο οποίο κυριαρχεί το φυσικό αέριο, μαζί με την πυρηνική ενέργεια, την υδροηλεκτρική παραγωγή και τις ανανεώσιμες πηγές.

Ωστόσο, τα τελευταία χρόνια το κόστος έχει αυξηθεί σχεδόν σε όλες τις μεγάλες περιφερειακές αγορές ηλεκτρικής ενέργειας. Οι τιμές του ηλεκτρικού ρεύματος για τα νοικοκυριά έχουν ενισχυθεί κατά 40% από το 2021. Η κατάσταση αναμένεται να επιδεινωθεί, καθώς σύμφωνα με πρόσφατη έκθεση, μόνο κατά το πρώτο τρίμηνο του τρέχοντος έτους υποβλήθηκαν αιτήματα από εταιρείες κοινής ωφέλειας για αυξήσεις τιμολογίων συνολικού ύψους 9,4 δισ. δολαρίων.

Στους παράγοντες που επιβαρύνουν το κόστος περιλαμβάνονται οι κεφαλαιουχικές δαπάνες, τα επιτόκια, η γήρανση των δικτύων και οι διακυμάνσεις στις τιμές καυσίμων, όπως το φυσικό αέριο. Στον πυρήνα του προβλήματος, ωστόσο, βρίσκεται η εκρηκτική αύξηση της ζήτησης ηλεκτρικής ενέργειας στις ΗΠΑ, η οποία απαιτεί περισσότερες μονάδες παραγωγής, γραμμές μεταφοράς, μετασχηματιστές και συνολικά νέες υποδομές.

Η ανάπτυξη της τεχνητής νοημοσύνης και η εξάπλωση των κέντρων δεδομένων σε ολόκληρη τη χώρα έχουν αναδειχθεί σε παράγοντες που ενδέχεται να ενισχύσουν περαιτέρω τις πιέσεις στις τιμές. Οι μεγαλύτερες και ισχυρότερες εγκαταστάσεις απαιτούν σημαντικές επενδύσεις σε νέα παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας, δίκτυα μεταφοράς και αναβαθμίσεις των υποδομών.

Η S&P Global εκτίμησε πρόσφατα ότι η ζήτηση ηλεκτρικής ισχύος από τα κέντρα δεδομένων αυξήθηκε κατά 25% μέσα στο προηγούμενο έτος, ξεπερνώντας τα 64 γιγαβάτ, ενώ έχει σχεδόν τριπλασιαστεί από το 2020. Έως το 2030, η ζήτηση των συγκεκριμένων εγκαταστάσεων από το ηλεκτρικό δίκτυο θα μπορούσε να τριπλασιαστεί εκ νέου, ξεπερνώντας τα 183 γιγαβάτ. Πρόκειται για επίπεδο διπλάσιο από το ιστορικό ρεκόρ αιχμής φορτίου που κατέγραψε ολόκληρη η πολιτεία του Τέξας νωρίτερα αυτό το καλοκαίρι.

Τα κέντρα δεδομένων εξακολουθούν να αντιπροσωπεύουν σχετικά μικρό μερίδιο της συνολικής ζήτησης ηλεκτρικής ενέργειας στις ΗΠΑ, ωστόσο η συμμετοχή τους αυξάνεται γρήγορα. Συνεπώς, ενώ η επίδραση των υφιστάμενων εγκαταστάσεων στον σημερινό πληθωρισμό των τιμών ηλεκτρικής ενέργειας παραμένει αντικείμενο συζήτησης, η πιθανότητα να ενισχυθεί η επίδρασή τους τα επόμενα χρόνια θεωρείται σημαντική.

Στο πλαίσιο αυτό, το Κογκρέσο εξετάζει τον νόμο Ratepayer Protection Act, ο οποίος προτείνει στις εταιρείες κοινής ωφέλειας να εξετάσουν την υιοθέτηση ειδικών κανόνων για τους πελάτες με πολύ υψηλές ενεργειακές απαιτήσεις, όπως τα κέντρα δεδομένων, ώστε να προστατεύονται οι υπόλοιποι καταναλωτές από αυξήσεις τιμολογίων. Πολλοί Δημοκρατικοί, αλλά και ορισμένοι Ρεπουμπλικανοί, θεωρούν ωστόσο ότι ο εθελοντικός χαρακτήρας του μέτρου δεν επαρκεί για να αντιμετωπίσει την ταχεία αύξηση του κόστους.

Οι πρόσφατες κινήσεις Δημοκρατικών κυβερνητών σε πολιτείες όπως η Πενσιλβάνια, υπό τον Τζος Σαπίρο, και η Βιρτζίνια, υπό την Αμπιγκέιλ Σπάνμπεργκερ, προσφέρουν μια εικόνα για το πώς θα μπορούσε να κινηθεί ένα Κογκρέσο με δημοκρατική πλειοψηφία. Εάν αναλάβουν τον έλεγχο της Βουλής των Αντιπροσώπων, οι Δημοκρατικοί θα μπορούσαν να προωθήσουν ομοσπονδιακές αξιολογήσεις για τις επιπτώσεις των κέντρων δεδομένων στο ενεργειακό κόστος και να επιδιώξουν υποχρεωτικές παρεμβάσεις των εταιρειών κοινής ωφέλειας για δικαιότερη κατανομή των δαπανών.

Παράλληλα, θα μπορούσαν να προτείνουν μέτρα για τον περιορισμό κερδοσκοπικών έργων, την ενίσχυση της παρακολούθησης της ενεργειακής απόδοσης και τη μεγαλύτερη διαφάνεια. Στο τραπέζι θα μπορούσαν να βρεθούν και περιορισμοί στην επιτόπια παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας από φυσικό αέριο και ντίζελ, καθώς και κίνητρα για την αξιοποίηση ανανεώσιμων πηγών ενέργειας από τους κατασκευαστές κέντρων δεδομένων.

Μια τέτοια νομοθετική πρωτοβουλία θα αντιμετώπιζε δυσκολίες σε ένα διχασμένο Κογκρέσο. Εάν, όμως, οι Δημοκρατικοί αποκτήσουν τον έλεγχο και των δύο σωμάτων, θα μπορούσαν να βρουν συμμάχους μεταξύ Ρεπουμπλικανών που ανησυχούν για την άνοδο των τιμών και επιδιώκουν να περιορίσουν την επιρροή των μεγάλων τεχνολογικών εταιρειών.

Η συζήτηση για τα κέντρα δεδομένων αποτελεί μόνο μία πλευρά του ευρύτερου ζητήματος της ενεργειακής προσιτότητας. Η έκθεση Thriving Economy Project, που δημοσιεύθηκε τον Σεπτέμβριο από τον συνασπισμό Sustainable Energy and Environment Coalition (SEEC), με τη συμβολή δεκάδων Δημοκρατικών νομοθετών, περιλαμβάνει σειρά προτάσεων για τη μείωση του ενεργειακού κόστους.

Μεταξύ άλλων, προτείνεται η διεύρυνση των αρμοδιοτήτων ομοσπονδιακών υπηρεσιών, όπως η Federal Energy Regulatory Commission (FERC), προκειμένου να ελέγχουν αποτελεσματικότερα τις εταιρείες κοινής ωφέλειας και να επιταχύνουν τον εκσυγχρονισμό των δικτύων. Η έκθεση εισηγείται επίσης τη δημιουργία ενός Στρατηγικού Αποθεματικού Ενεργειακής Προσιτότητας, το οποίο θα μπορούσε να χρησιμοποιείται για τον περιορισμό των αυξήσεων του ενεργειακού κόστους σε περιόδους έκτακτης ανάγκης.

Στις προτάσεις περιλαμβάνονται ακόμη νέα πρότυπα για τα υφιστάμενα δίκτυα μεταφοράς, αναμόρφωση των ομοσπονδιακών προγραμμάτων ενεργειακής απόδοσης και αξιοποίηση της τεχνητής νοημοσύνης, όπου είναι εφικτό, για την επιτάχυνση της σύνδεσης νέων έργων στο δίκτυο με χαμηλότερο κόστος.

Περιορισμένες παρεμβάσεις θα μπορούσαν να υπάρξουν και στην αγορά πετρελαϊκών προϊόντων. Η αναθεώρηση του νόμου Jones Act, για παράδειγμα, θα μπορούσε να μειώσει το κόστος μεταφοράς καυσίμων μεταξύ αμερικανικών λιμανιών και, κατ' επέκταση, να περιορίσει τις τιμές που πληρώνουν οι καταναλωτές στα πρατήρια. Η κυβέρνηση Τραμπ έχει ήδη αναστείλει επανειλημμένα την εφαρμογή των σχετικών απαιτήσεων κατά τη διάρκεια της σύγκρουσης.

Παράλληλα, θα μπορούσε να διαμορφωθεί διακομματική συνεργασία για την αναμόρφωση των ομοσπονδιακών φόρων στη βενζίνη, ακόμη και μέσω μιας προσωρινής φορολογικής απαλλαγής, κατά το πρότυπο μέτρων που εξετάζουν ορισμένες πολιτείες. Οι επιλογές αυτές, ωστόσο, έχουν και μειονεκτήματα, τα οποία θα πρέπει να σταθμιστούν σε σχέση με την ανάγκη άμεσης ανακούφισης των καταναλωτών.

3. Προτεραιότητα στην αύξηση της ενεργειακής προσφοράς

Στις ενδιάμεσες εκλογές του 2022, το Κογκρέσο είχε μόλις εγκρίνει τον νόμο Inflation Reduction Act (IRA), μία από τις σημαντικότερες νομοθετικές παρεμβάσεις στην ιστορία της αμερικανικής ενεργειακής πολιτικής. Κεντρικό στοιχείο του ήταν η επέκταση των φορολογικών πιστώσεων για επενδύσεις και παραγωγή, οι οποίες είχαν ήδη συμβάλει σημαντικά στην ανάπτυξη των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας στις ΗΠΑ.

Ωστόσο, ο νόμος One Big Beautiful Bill Act, που εγκρίθηκε το καλοκαίρι του 2025 από το Ρεπουμπλικανικό Κογκρέσο, περιόρισε σε μεγάλο βαθμό αυτά τα κίνητρα, εισάγοντας, μεταξύ άλλων, προθεσμίες λήξης και περιορισμούς που συνδέονται με την προέλευση των προϊόντων.

Ακόμη και αν οι Δημοκρατικοί ανακτήσουν την πλειοψηφία τόσο στη Βουλή των Αντιπροσώπων όσο και στη Γερουσία, η πλήρης επαναφορά όλων των προβλέψεων του αρχικού IRA θεωρείται απίθανη.

Βασικό εμπόδιο αποτελεί η δημοσιονομική κατάσταση της χώρας. Με το ομοσπονδιακό χρέος να έχει ξεπεράσει τα 40 τρισ. δολάρια και την αύξηση της φορολογίας να αποτελεί πολιτικά δύσκολη επιλογή, το Κογκρέσο θα πρέπει να ιεραρχήσει προσεκτικά τις δαπάνες του. Κάθε νέα χρηματοδότηση ή φορολογική αλλαγή θα πρέπει είτε να εξασφαλίζει την αποδοχή του προέδρου είτε να συγκεντρώνει επαρκή υποστήριξη για την υπέρβαση ενός ενδεχόμενου προεδρικού βέτο.

Παράλληλα, οι προτεραιότητες πολλών Δημοκρατικών έχουν μεταβληθεί. Τα οφέλη και τα κίνητρα για την καθαρή ενέργεια δεν βρίσκονται πλέον τόσο ψηλά στην ατζέντα, καθώς πολλές τεχνολογίες, ιδίως τα φωτοβολταϊκά και οι μπαταρίες μεγάλης κλίμακας, είναι πλέον ανταγωνιστικές ως προς το κόστος χωρίς πρόσθετη κρατική ενίσχυση.

Υπό αυτές τις συνθήκες, η μεταρρύθμιση των αδειοδοτήσεων θα μπορούσε να αποδειχθεί αποτελεσματικότερη για την επιτάχυνση της ανάπτυξης των συγκεκριμένων τεχνολογιών από την επαναφορά νέων φορολογικών κινήτρων.

Επιπλέον, καθώς η προσιτή ενέργεια αποτελεί πλέον επείγουσα προτεραιότητα για τους ψηφοφόρους, πολλοί Δημοκρατικοί ενδέχεται να επιδιώξουν βραχυπρόθεσμα την ταχύτερη προσθήκη νέας ηλεκτροπαραγωγικής ισχύος στο δίκτυο, αντί να επικεντρωθούν αποκλειστικά στην ενεργειακή μετάβαση. Η ενθάρρυνση μεγάλων επενδυτών, συμπεριλαμβανομένων των εταιρειών που κατασκευάζουν και λειτουργούν κέντρα δεδομένων, να χρησιμοποιούν καθαρή ενέργεια θα μπορούσε να συνεχιστεί με πιο στοχευμένα μέτρα.

Η έμφαση μετατοπίζεται, επομένως, από την αντικατάσταση μιας πηγής ενέργειας από κάποια άλλη στην αύξηση της συνολικής διαθέσιμης προσφοράς.

Στο πλαίσιο αυτό, ορισμένα πιο στοχευμένα κίνητρα για τα ηλεκτρικά οχήματα και την εγχώρια παραγωγή μπαταριών θα μπορούσαν να επανεμφανιστούν σε ένα δημοσιονομικό πακέτο. Τα μέτρα αυτά θα μπορούσαν να παρουσιαστούν ως τρόπος σταδιακής μείωσης της εξάρτησης των ΗΠΑ από τα ορυκτά καύσιμα.

Σημαντικό πεδίο παρέμβασης αποτελούν επίσης τα κρίσιμα ορυκτά, τα οποία είναι απαραίτητα για την κατασκευή μπαταριών και άλλων ενεργειακών τεχνολογιών. Θα μπορούσε να υπάρξει διακομματική συμφωνία για την ενίσχυση εγχώριων προγραμμάτων εξόρυξης και επεξεργασίας κρίσιμων ορυκτών, καθώς και για τη διεύρυνση των αρμοδιοτήτων οργανισμών όπως η US International Development Finance Corporation, ώστε να συνεργάζονται με παραγωγούς άλλων χωρών.

Η δημιουργία μιας ισχυρότερης αλυσίδας εφοδιασμού κρίσιμων ορυκτών θα υποστήριζε την ανάπτυξη των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας και θα ενίσχυε παράλληλα πολλούς άλλους τομείς της αμερικανικής οικονομίας, ιδίως την αμυντική βιομηχανία. Η κυβέρνηση Τραμπ θα μπορούσε επίσης να υποστηρίξει τέτοιες πρωτοβουλίες, καθώς θα συνέβαλλαν στον ανταγωνισμό με την Κίνα και στη διαφοροποίηση των αλυσίδων εφοδιασμού.

Με αυτόν τον τρόπο, οι Δημοκρατικοί θα μπορούσαν να στηρίξουν λιγότερο ώριμους τομείς καθαρής ενεργειακής τεχνολογίας χωρίς να δεσμευτούν σε εκτεταμένες νέες δημόσιες δαπάνες.

4. Ενίσχυση του κοινοβουλευτικού ελέγχου

Ο κοινοβουλευτικός έλεγχος, ιδίως σε ζητήματα εξωτερικής πολιτικής και εμπορίου, υπήρξε περιορισμένος από τον Ιανουάριο του 2025, όταν το νέο Κογκρέσο ανέλαβε με Ρεπουμπλικανικές πλειοψηφίες. Εάν οι Ρεπουμπλικανοί διατηρήσουν τον έλεγχο και των δύο σωμάτων, οι υποστηρικτές του προέδρου αναμένεται να συνεχίσουν να του παρέχουν ευρύ περιθώριο άσκησης των εκτελεστικών εξουσιών.

Οι Δημοκρατικοί έχουν διαφορετική προσέγγιση, με πιθανές σημαντικές επιπτώσεις για τον ενεργειακό κλάδο και τις μεγαλύτερες εταιρείες του. Ακόμη και η ανάκτηση της πλειοψηφίας στη Βουλή των Αντιπροσώπων θα τους έδινε τη δυνατότητα να καθορίζουν τις προτεραιότητες των επιτροπών, να ξεκινούν έρευνες, να οργανώνουν ομάδες εργασίας, να καλούν αξιωματούχους για καταθέσεις και να εκδίδουν κλητεύσεις μαρτύρων.

Κορυφαία στελέχη των Δημοκρατικών έχουν ήδη συνδέσει την ενίσχυση του ελέγχου με μια ευρύτερη προσπάθεια για λογοδοσία και περιορισμό του κόστους διαβίωσης. Τον Σεπτέμβριο, ο επικεφαλής των Δημοκρατικών στη Γερουσία, Τσακ Σούμερ, και ο γερουσιαστής Σέλντον Γουάιτχαουζ παρουσίασαν έκθεση της ομάδας εργασίας τους για την καταπολέμηση της διαφθοράς, με τίτλο «The Billion Dollar Deal: How the Fossil Fuel Industry Bought the Trump Administration, Cashed In, and Left Americans to Pay the Price».

Η έκθεση ενδέχεται να προαναγγέλλει το είδος των ερευνών που θα ακολουθήσουν. Στο επίκεντρο θα μπορούσαν να βρεθούν μεγάλες εταιρείες που πραγματοποίησαν σημαντικές δωρεές για την ορκωμοσία του Ντόναλντ Τραμπ ή για την προτεινόμενη αίθουσα χορού του Λευκού Οίκου, καθώς και επιχειρήσεις που συμμετείχαν σε επενδύσεις από κοινού με μέλη της οικογένειας του προέδρου.

Μεγαλύτερη εξέταση θα μπορούσαν να δεχθούν επίσης ενεργειακές συμφωνίες και επενδυτικά σχέδια που προέκυψαν από διμερείς συμφωνίες, μεταξύ άλλων οι αδιαφανείς διευθετήσεις στη Βενεζουέλα και τη Γροιλανδία. Αντίστοιχα ερωτήματα θα μπορούσε να προκαλέσει ο συνεχιζόμενος πόλεμος με το Ιράν, καθώς και το τεράστιο κόστος που επωμίζονται οι ΗΠΑ και οι σύμμαχοί τους για την ενίσχυση των ροών πετρελαίου μέσω των Στενών του Ορμούζ.

Η εμπορική πολιτική της κυβέρνησης, συμπεριλαμβανομένης της επιβολής δασμών σε βασικά μέταλλα και εξοπλισμό ενεργειακών υποδομών, αποτελεί ακόμη ένα πεδίο πιθανής αντιπαράθεσης. Οι Δημοκρατικοί θα μπορούσαν να πιέσουν για την κατάργηση ή την τροποποίηση ορισμένων δασμών, διερευνώντας το κόστος τους και αναδεικνύοντας τη συμβολή τους στην επιβάρυνση των καταναλωτών.

Σε αυτό το περιβάλλον, οι μεγάλες τεχνολογικές εταιρείες ενδέχεται να βρεθούν αντιμέτωπες με πρωτοφανή κοινοβουλευτικό έλεγχο. Η στενή σχέση της κυβέρνησης Τραμπ με τις εταιρείες που αναπτύσσουν και λειτουργούν τις μεγαλύτερες υποδομές υπολογιστικού νέφους και τεχνητής νοημοσύνης θα μπορούσε να ενισχύσει τις σχετικές πρωτοβουλίες.

Πρόσφατη έκθεση των γερουσιαστών Ελίζαμπεθ Γουόρεν, Κρις Βαν Χόλεν και Ρίτσαρντ Μπλούμενταλ αποτυπώνει ορισμένα από τα πεδία στα οποία θα μπορούσε να επικεντρωθεί η προσοχή. Μεταξύ αυτών είναι η μεγαλύτερη διαφάνεια ως προς την κατανάλωση ενέργειας των κέντρων δεδομένων, η χρήση συμφωνιών εμπιστευτικότητας και οι επιπτώσεις των υποδομών τεχνητής νοημοσύνης στην υγεία και στο περιβάλλον.

Πρόσθετες έρευνες και ακροάσεις θα μπορούσαν να αποτελέσουν τη βάση για μελλοντικές νομοθετικές παρεμβάσεις, ιδιαίτερα εάν οι αρμόδιες επιτροπές δεν θεωρήσουν επαρκείς τις απαντήσεις των εταιρειών. Εφόσον η λογοδοσία επιστρέψει στο προσκήνιο για τη βιομηχανία ορυκτών καυσίμων, είναι πιθανό να επεκταθεί και στον τεχνολογικό κλάδο.

Οι βάσεις για την επόμενη ημέρα της αμερικανικής ενεργειακής πολιτικής

Πολλά από τα προβλήματα που διαμορφώνουν την ενεργειακή πολιτική των ΗΠΑ το 2026 αναμένεται να παραμείνουν επίκαιρα και το 2027 και το 2028. Η ανισορροπία ισχύος μεταξύ της νομοθετικής και της εκτελεστικής εξουσίας δείχνει, ωστόσο, ότι οι προεδρικές εκλογές του 2028 θα έχουν τελικά μεγαλύτερη σημασία για την ενεργειακή πολιτική από την εκλογική αναμέτρηση του φετινού Νοεμβρίου.

Παρά ταύτα, το αμερικανικό ενεργειακό σύστημα βρίσκεται σε ένα κρίσιμο σημείο καμπής, καθώς η ζήτηση αυξάνεται και οι υφιστάμενες υποδομές καλούνται να προσαρμοστούν σε ένα περισσότερο διαφοροποιημένο ενεργειακό μείγμα. Υπό αυτές τις συνθήκες, κάθε νομοθετική πρωτοβουλία του Κογκρέσου μπορεί να επηρεάσει καθοριστικά τις εξελίξεις σε βάθος χρόνου.

Η αναμόρφωση του συστήματος αδειοδοτήσεων και η θέσπιση σαφών κανόνων για τη λειτουργία των μεγάλων ενεργειακών καταναλωτών, συμπεριλαμβανομένης της δυνατότητάς τους να συμβάλλουν ενεργά στη σταθερότητα του ηλεκτρικού δικτύου, θα μπορούσαν να διαμορφώσουν ένα ενεργειακό σύστημα που εξυπηρετεί αποτελεσματικότερα τόσο τους καταναλωτές όσο και τις επιχειρήσεις.

Παράλληλα, οι αλλαγές αυτές θα μπορούσαν να ενισχύσουν την ευελιξία της αμερικανικής οικονομίας και τη διεθνή ανταγωνιστικότητά της.

Το Κογκρέσο δεν μπορεί να δώσει λύση σε κάθε πρόβλημα της ενεργειακής αγοράς. Μπορεί, ωστόσο, να θέσει τις βάσεις για ένα σύστημα που θα ανταποκρίνεται καλύτερα στις ανάγκες όλων των Αμερικανών.

www.worldenergynews.gr

Ρoή Ειδήσεων

Δείτε επίσης