Υπάρχει μια ευρέως διαδεδομένη αντίληψη ότι οι άνθρωποι που δείχνουν απόλυτα ψύχραιμοι σε στρεσογόνες καταστάσεις είναι “δυνατοί” ή συναισθηματικά ανεπηρέαστοι.
Ότι έχουν μια ιδιαίτερη ανθεκτικότητα που τους επιτρέπει να λειτουργούν χωρίς να καταρρέουν.
Ωστόσο, η σύγχρονη ψυχολογία προσεγγίζει αυτή την εικόνα με μεγαλύτερη πολυπλοκότητα.
Στην πραγματικότητα, η εξωτερική ψυχραιμία δεν σημαίνει απουσία συναισθηματικής αντίδρασης.
Πολλοί άνθρωποι που φαίνονται ιδιαίτερα λειτουργικοί υπό πίεση έχουν αναπτύξει μια ικανότητα να ρυθμίζουν και να “μεταθέτουν” τα συναισθήματά τους σε χρόνο και χώρο.
Δεν τα εξαφανίζουν τα αναστέλλουν προσωρινά για να ανταποκριθούν στις απαιτήσεις της στιγμής.
Αυτή η ικανότητα συχνά διαμορφώνεται μέσα από εμπειρίες ζωής όπου το άτομο έμαθε ότι δεν υπάρχει χώρος για έκφραση συναισθημάτων.
Σε οικογενειακά ή κοινωνικά περιβάλλοντα όπου η λειτουργικότητα και η ευθύνη είχαν μεγαλύτερη αξία από την ευαλωτότητα, το άτομο μπορεί να έχει μάθει να “αντέχει” χωρίς να δείχνει τι συμβαίνει εσωτερικά.
Με την πάροδο του χρόνου, αυτό μετατρέπεται σε έναν τρόπο ύπαρξης: να λειτουργεί κανείς αποτελεσματικά μπροστά στους άλλους και να επεξεργάζεται ό,τι νιώθει αργότερα, ιδιωτικά.
Αυτό δεν σημαίνει ότι τα συναισθήματα δεν υπάρχουν.
Σημαίνει ότι μεταφέρονται χρονικά.
Πολλοί από αυτούς τους ανθρώπους περιγράφουν ότι “σπάνε” όταν είναι μόνοι τους, συνήθως το βράδυ ή σε στιγμές που δεν υπάρχουν απαιτήσεις από το εξωτερικό περιβάλλον.
Η ημέρα ανήκει στη λειτουργικότητα, ενώ η νύχτα γίνεται ο χώρος της συναισθηματικής εκφόρτισης.
Από ψυχολογική σκοπιά, αυτό σχετίζεται με μηχανισμούς όπως η συναισθηματική καταστολή και η υψηλή αυτορρύθμιση.
Η καταστολή δεν είναι απαραίτητα παθολογική.
Μπορεί να αποτελεί προσαρμοστική στρατηγική σε περιβάλλοντα που απαιτούν σταθερότητα και έλεγχο.
Ωστόσο, όταν γίνεται χρόνια και χωρίς επεξεργασία, μπορεί να δημιουργήσει εσωτερική ένταση, κόπωση ή αίσθηση αποσύνδεσης από το ίδιο το συναίσθημα.
Ένα άλλο σημαντικό στοιχείο είναι ότι αυτοί οι άνθρωποι συχνά δεν αναγνωρίζουν εγκαίρως τη δική τους συναισθηματική επιβάρυνση.
Επειδή “λειτουργούν”, θεωρούν ότι είναι καλά.
Το σώμα όμως συχνά δίνει διαφορετικά σήματα: δυσκολία ύπνου, ένταση, κόπωση, ή ένα αίσθημα ότι κάτι συσσωρεύεται χωρίς να εκφράζεται.
Η ψυχολογία δεν βλέπει αυτή την ψυχραιμία ως ψευδή, αλλά ως διπλή πραγματικότητα: μια εξωτερική ικανότητα διαχείρισης και μια εσωτερική ανάγκη για επεξεργασία.
Το ζητούμενο δεν είναι να χαθεί η λειτουργικότητα, αλλά να υπάρξει χώρος όπου το συναίσθημα δεν χρειάζεται να μετατίθεται επ’ αόριστον.
Η υγιής ρύθμιση δεν σημαίνει να μην “κρατιέσαι” ποτέ.
Σημαίνει να μπορείς να επιστρέφεις σε αυτό που ένιωσες, να το αναγνωρίζεις και να το επεξεργάζεσαι, ώστε να μην συσσωρεύεται σιωπηλά.
Τελικά, η ψυχραιμία υπό πίεση δεν είναι απουσία συναισθήματος.
Είναι συχνά μια λεπτή ισορροπία ανάμεσα στο “λειτουργώ τώρα” και στο “νιώθω αργότερα”.
Και η ψυχολογική ανθεκτικότητα δεν μετριέται μόνο από το πόσο καλά στέκεται κανείς δημόσια, αλλά και από το αν έχει χώρο να σταθεί με τον εαυτό του όταν κανείς δεν τον βλέπει.
www.worldenergynews.gr






