AD
Mental Health

Γιατί είναι τόσο δύσκολο να ζητήσουμε βοήθεια – ακόμη κι όταν μιλάμε ανοιχτά για τα συναισθήματά μας;

Γιατί είναι τόσο δύσκολο να ζητήσουμε βοήθεια – ακόμη κι όταν μιλάμε ανοιχτά για τα συναισθήματά μας;
H ανθρώπινη εμπειρία δεν χτίζεται στην απόλυτη ανεξαρτησία, αλλά στη δυνατότητα να πορευόμαστε μαζί. Και αυτό ξεκινά, συχνά, από μια απλή αλλά γενναία φράση: «Μπορείς να με βοηθήσεις;» - Ψυχολόγος & Συστημική Ψυχοθεραπεύτρια 6943527322 - Αν νιώθεις άγχος, πίεση ή ανάγκη για αλλαγή, δεν χρειάζεται να το περάσεις μόνος
Ζούμε σε μια εποχή όπου η ψυχική υγεία συζητιέται περισσότερο από ποτέ. Η θεραπεία έχει αποστιγματιστεί, η «ευαλωτότητα» προβάλλεται ως δύναμη και η γλώσσα της ψυχολογίας έχει περάσει στην καθημερινότητα. Κι όμως, για πολλούς ανθρώπους, το να πουν απλά «χρειάζομαι βοήθεια» παραμένει εξαιρετικά δύσκολο.

Το παράδοξο αυτό δεν είναι τυχαίο. Η ψυχολογική έρευνα δείχνει ότι, παρότι μιλάμε πιο ανοιχτά για συναισθήματα, συχνά υπερεκτιμούμε το κόστος του να ζητήσουμε βοήθεια και υποτιμούμε τη διάθεση των άλλων να ανταποκριθούν. Με απλά λόγια, φοβόμαστε περισσότερο την απόρριψη απ’ όσο είναι ρεαλιστικό.

Για πολλούς, το αίτημα βοήθειας βιώνεται ως απώλεια ελέγχου ή ως απειλή για την αυτοεκτίμηση. Η ανάγκη να στηριχθούμε σε κάποιον άλλον μπορεί να ενεργοποιεί βαθύτερους φόβους: μήπως φανώ αδύναμος; μήπως γίνω βάρος; μήπως κριθώ ως ανεπαρκής; Αυτές οι σκέψεις δεν σημαίνουν ότι κάτι «δεν πάει καλά» με εμάς· είναι αποτέλεσμα μιας κουλτούρας που μας μαθαίνει να τα καταφέρνουμε μόνοι μας και να μη δείχνουμε ανάγκη.

Ιδιαίτερα επικίνδυνο είναι το αίσθημα ότι «ενοχλώ». Μελέτες γύρω από την κοινωνική απομόνωση και τον αυτοκτονικό ιδεασμό δείχνουν ότι η αίσθηση πως κάποιος αποτελεί βάρος για τους άλλους μπορεί να οδηγήσει σε απόσυρση και σιωπή, ακόμη και σε περιόδους σοβαρής δυσκολίας. Κι όμως, οι ίδιοι οι «πιθανοί βοηθοί» συχνά δηλώνουν ότι θα ήθελαν να τους είχε ζητηθεί στήριξη.

Ένα ακόμη εμπόδιο είναι ο τρόπος που αντιλαμβανόμαστε τη φροντίδα: ως συναλλαγή. Ποιος χρωστάει σε ποιον, ποιος έχει ζητήσει περισσότερα, πότε «ξεπερνάμε το όριο». Όταν αρχίζουμε να μετράμε ποιος δίνει και ποιος παίρνει, η ανθρώπινη σύνδεση χάνει το νόημά της. Η ψυχολογία των σχέσεων δείχνει ότι η αίσθηση του «ανήκειν» δεν βασίζεται στη στιγμιαία ισορροπία, αλλά στη μακροχρόνια αμοιβαιότητα: σήμερα στηρίζω εγώ, αύριο εσύ.

Η βοήθεια, όταν λειτουργεί υγιώς, δεν ακυρώνει την αυτονομία. Τη συμπληρώνει. Η ικανότητα να ζητάμε και να δεχόμαστε στήριξη αποτελεί δείκτη ψυχικής ευελιξίας και όχι αδυναμίας. Στην πραγματικότητα, οι πιο ανθεκτικοί άνθρωποι δεν είναι εκείνοι που δεν χρειάζονται κανέναν, αλλά εκείνοι που μπορούν να συνδεθούν όταν δυσκολεύονται.

Ίσως, λοιπόν, το ζητούμενο δεν είναι απλώς να «μιλάμε για τα συναισθήματά μας», αλλά να ξανασκεφτούμε τι σημαίνει φροντίδα. Να μετακινηθούμε από τη λογική της αυτάρκειας στη λογική της σχέσης. Από το «μην ενοχλείς» στο «είμαστε εδώ ο ένας για τον άλλον».

Γιατί τελικά, η ανθρώπινη εμπειρία δεν χτίζεται στην απόλυτη ανεξαρτησία, αλλά στη δυνατότητα να πορευόμαστε μαζί. Και αυτό ξεκινά, συχνά, από μια απλή αλλά γενναία φράση: «Μπορείς να με βοηθήσεις;».

www.worldenergynews.gr

Ρoή Ειδήσεων

Δείτε επίσης