Υπάρχει μια γενιά που συχνά περιγράφεται ως «σκληραγωγημένη».
Τα παιδιά των δεκαετιών του ’60 και του ’70 έπαιζαν μόνα στις γειτονιές, γύριζαν σπίτι όταν άναβαν τα φώτα του δρόμου και μάθαιναν να λύνουν τις διαφωνίες τους χωρίς την παρέμβαση ενηλίκων.
Για χρόνια, αυτή η εικόνα χρησιμοποιήθηκε ως επιβεβαίωση της αντίληψης ότι «τα παιδιά παλιά μεγάλωναν πιο ανεξάρτητα».
Μια νέα σειρά ερευνών, όμως, έρχεται να δώσει μια πιο σύνθετη και λιγότερο νοσταλγική εξήγηση.
Μελέτη που δημοσιεύτηκε στο επιστημονικό περιοδικό Development and Psychopathology ανέλυσε 52 διαφορετικές έρευνες και διαπίστωσε ότι η υπερπροστατευτική γονεϊκότητα συνδέεται με αυξημένα επίπεδα άγχους και κατάθλιψης σε εφήβους και νεαρούς ενήλικες.
Οι ερευνητές παρατήρησαν ότι όταν οι γονείς παρεμβαίνουν συνεχώς, λύνουν κάθε πρόβλημα, διαχειρίζονται κάθε απογοήτευση και προστατεύουν το παιδί από κάθε δυσκολία; το παιδί λαμβάνει ένα σιωπηλό μήνυμα: «Δεν μπορείς να τα καταφέρεις μόνος σου».
Αυτό δεν σημαίνει ότι οι προηγούμενες γενιές είχαν «καλύτερους» γονείς ούτε ότι η συναισθηματική ανθεκτικότητα γεννήθηκε μέσα από ιδανικές συνθήκες.
Συχνά, χτίστηκε μέσα από απουσία, μοναξιά και αναγκαστική αυτονομία.
Πολλά παιδιά εκείνης της εποχής έμαθαν να αυτορυθμίζονται επειδή δεν υπήρχε κάποιος διαθέσιμος να ρυθμίσει τα συναισθήματά τους για εκείνα.
Ως ψυχολόγοι γνωρίζουμε ότι η αυτορρύθμιση δεν είναι έμφυτη ικανότητα.
Καλλιεργείται όταν το παιδί έρχεται αντιμέτωπο με μικρές ματαιώσεις και έχει τον χώρο να τις διαχειριστεί.
Όταν ένα παιδί τσακώνεται με έναν φίλο, απογοητεύεται από έναν βαθμό ή βαριέται χωρίς να υπάρχει συνεχής ψυχαγωγία, ενεργοποιούνται μηχανισμοί προσαρμογής.
Μέσα από αυτές τις εμπειρίες χτίζεται η αντοχή στην απογοήτευση, η ανοχή στο άγχος και η αίσθηση προσωπικής επάρκειας.
Σήμερα, όμως, πολλοί γονείς μεγαλώνουν τα παιδιά τους σε ένα περιβάλλον διαρκούς επιτήρησης.
Παρακολουθούν την τοποθεσία τους μέσω κινητού, οργανώνουν κάθε ώρα της ημέρας και παρεμβαίνουν άμεσα σε κάθε δυσκολία.
Η πρόθεση είναι συχνά η προστασία.
Ωστόσο, όταν η προστασία δεν αφήνει χώρο για εμπειρία, το παιδί δυσκολεύεται να αναπτύξει εμπιστοσύνη στον εαυτό του.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν και οι έρευνες γύρω από το ελεύθερο παιχνίδι.
Μελέτες δείχνουν ότι τα παιδιά που έχουν περισσότερο χρόνο σε μη οργανωμένο, ελεύθερο παιχνίδι εμφανίζουν καλύτερη αυτορρύθμιση αργότερα.
Το παιχνίδι χωρίς συνεχή επίβλεψη επιτρέπει στο παιδί να πάρει μικρά ρίσκα, να διαπραγματευτεί, να βαρεθεί, να δημιουργήσει.
Κι όμως, αυτή η μορφή παιχνιδιού έχει σχεδόν εξαφανιστεί.
Ο φόβος, η αυξημένη εγκληματικότητα, η κίνηση στους δρόμους και οι αυστηροί κανόνες έχουν περιορίσει σημαντικά την ανεξαρτησία των παιδιών.
Φυσικά, η επιστροφή στην αδιαφορία ή στην πραγματική παραμέληση δεν αποτελεί λύση.
Η συναισθηματική παρουσία του γονέα είναι καθοριστική για την ψυχική ανάπτυξη του παιδιού.
Η διαφορά βρίσκεται αλλού: στο να μπορεί ο γονέας να είναι διαθέσιμος χωρίς να γίνεται παρεμβατικός.
Να στηρίζει χωρίς να ελέγχει.
Να αντέχει να βλέπει το παιδί να δυσκολεύεται χωρίς να σπεύδει αμέσως να «σώσει» την κατάσταση.
Ίσως τελικά η ψυχική ανθεκτικότητα να μη γεννιέται ούτε από τη σκληρότητα ούτε από την υπερπροστασία.
Ίσως να αναπτύσσεται κάπου στη μέση: εκεί όπου το παιδί νιώθει ασφαλές, αλλά ταυτόχρονα ελεύθερο να δοκιμάσει, να αποτύχει και να ανακαλύψει ότι μπορεί να σταθεί μόνο του.
www.worldenergynews.gr






