Ένα πείραμα δασικής διαχείρισης, τα αποτελέσματα του οποίου επανεξετάστηκαν έπειτα από περίπου 30 χρόνια, φέρνει νέα δεδομένα στη συζήτηση για τη βιώσιμη αξιοποίηση των δασών, την αποθήκευση άνθρακα και την προστασία της βιοποικιλότητας
Η έρευνα πραγματοποιήθηκε στο δάσος Tanjil Bren, στην πολιτεία Βικτώρια της Αυστραλίας, όπου οι επιστήμονες είχαν συγκρίνει διαφορετικές μεθόδους διαχείρισης των δασικών εκτάσεων, μεταξύ των οποίων η πλήρης υλοτόμηση επιλεγμένων περιοχών, η δημιουργία μικρότερων ξέφωτων και η έντονη αραίωση των δέντρων.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσίασαν οι περιοχές όπου είχε εφαρμοστεί αραίωση, με την απομάκρυνση περίπου του 50% έως 70% των δέντρων. Σύμφωνα με το Science Daily, τα δέντρα που παρέμειναν είχαν περισσότερο διαθέσιμο χώρο και πόρους για την ανάπτυξή τους, παρουσιάζοντας εντυπωσιακή αύξηση του μεγέθους τους.
Σύμφωνα με τα ευρήματα που παρουσιάστηκαν, τα μεγαλύτερα δέντρα στις αραιωμένες συστάδες είχαν διάμετρο περίπου 20% μεγαλύτερη σε σύγκριση με εκείνα στις περιοχές ελέγχου, όπου δεν είχε πραγματοποιηθεί υλοτόμηση.
Η αποθήκευση άνθρακα στο επίκεντρο
Ένα από τα σημαντικότερα ευρήματα αφορά την ποσότητα άνθρακα που αποθηκεύεται στη βιομάζα των δέντρων. Οι ερευνητές διαπίστωσαν ότι οι αραιωμένες δασικές συστάδες είχαν ανακτήσει τον άνθρακα που είχε απομακρυνθεί κατά την υλοτόμηση και, σε ορισμένες συγκρίσεις, είχαν φτάσει ή ξεπεράσει τα επίπεδα αποθήκευσης άνθρακα των μη υλοτομημένων περιοχών.
Το αποτέλεσμα υποδεικνύει ότι, υπό συγκεκριμένες οικολογικές συνθήκες, η προσεκτικά σχεδιασμένη αραίωση μπορεί να συμβάλει στην ανάπτυξη μεγαλύτερων δέντρων χωρίς να αποκλείει τη διατήρηση σημαντικών αποθεμάτων άνθρακα.
Ωστόσο, τα αποτελέσματα αφορούν συγκεκριμένο δασικό οικοσύστημα και δεν σημαίνουν ότι η αραίωση αποτελεί κατάλληλη πρακτική για κάθε δάσος. Οι επιπτώσεις εξαρτώνται από το είδος των δέντρων, τις κλιματικές συνθήκες, την ένταση των παρεμβάσεων και τη δυνατότητα φυσικής αναγέννησης.
Επιπτώσεις στη βιοποικιλότητα και στην ανθεκτικότητα των δασών
Η μελέτη εξετάζει επίσης τη σημασία της δασικής δομής για την άγρια ζωή. Τα μεγαλύτερα δέντρα μπορούν, καθώς γερνούν, να αναπτύξουν κοιλότητες που λειτουργούν ως καταφύγια για ζώα, ενώ η παρουσία διαφορετικών ειδών βλάστησης μπορεί να προσφέρει τροφή και δυνατότητες μετακίνησης σε ορισμένα είδη.
Στις περιοχές που εξετάστηκαν, καταγράφηκε η παρουσία του μεγαλύτερου ανεμοπόρου (greater glider) και του απειλούμενου μαρσιποφόρου Leadbeater’s possum σε θέσεις διαφορετικών δασοκομικών επεμβάσεων. Το εύρημα υπογραμμίζει τη σημασία της αξιολόγησης των πραγματικών οικολογικών αποτελεσμάτων κάθε μεθόδου διαχείρισης.
Παράλληλα, οι μεγαλύτεροι κορμοί ενδέχεται να παρουσιάζουν αυξημένες πιθανότητες επιβίωσης σε ορισμένες πυρκαγιές, αν και η ανθεκτικότητα ενός δάσους εξαρτάται και από άλλους παράγοντες, όπως η ένταση της φωτιάς, η υγρασία και η συνολική δομή της βλάστησης.
Το μέλλον της βιώσιμης δασικής διαχείρισης
Η επανεξέταση του πειράματος αναδεικνύει την αξία των μακροχρόνιων επιστημονικών παρατηρήσεων, οι οποίες μπορούν να αποκαλύψουν αλλαγές που δεν είναι ορατές μέσα σε λίγα χρόνια.
Τα αποτελέσματα προσφέρουν στοιχεία για τη συζήτηση σχετικά με το κατά πόσο η επιλεκτική αραίωση μπορεί να συνδυάσει την παραγωγή ξυλείας με τη διατήρηση του άνθρακα και ορισμένων οικολογικών λειτουργιών.
Το βασικό συμπέρασμα είναι ότι η δασική διαχείριση δεν περιορίζεται αναγκαστικά στην επιλογή μεταξύ πλήρους προστασίας και εντατικής υλοτόμησης. Η αξιολόγηση εναλλακτικών πρακτικών, με βάση τις ιδιαιτερότητες κάθε οικοσυστήματος και με συστηματική παρακολούθηση των αποτελεσμάτων, μπορεί να συμβάλει στη διαμόρφωση πιο τεκμηριωμένων πολιτικών για τα δάση και την κλιματική ανθεκτικότητα.
www.worldenergynews.gr






